ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Με την ίδρυση των ελληνιστικών κρατών από τους διαδόχους του Μ. Αλεξάνδρου εδραιώθηκε η πολιτική κυριαρχία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία, στη Μέση Ανατολή και μέχρι τις δυτικές παρυφές των Ινδιών, καθώς και στην Αίγυπτο. Η κυριαρχία αυτή, μεταξύ άλλων, εκδηλώθηκε και αναπαρήχθη με το σχεδιασμό και την εφαρμογή μιας πολιτιστικής πολιτικής, η οποία προώθησε τον εξελληνισμό της Ανατολής με τη διάδοση των γραμμάτων και την ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας. Η πολιτιστική αυτή πολιτική στην ελληνιστική Αίγυπτο υλοποιήθηκε με την ίδρυση, στην Αλεξάνδρεια – την πρωτεύουσα του κράτους – του Μουσείου, από τον βασιλέα Πτολεμαίο Α΄ τον Σωτήρα (322-285 π.Χ.), και της Βιβλιοθήκης, από τον Πτολεμαίο Β΄ τον Φιλάδελφο (285-246 π.Χ.).

Ο χάρτης της Αρχαίας Αλεξάνδρειας.
Ο χάρτης της Αρχαίας Αλεξάνδρειας.

Το Μουσείο της Αλεξάνδρειας

Πτολεμαίος Α΄
Ο Μέγας Αλέξανδρος
Πτολεμαίος Β΄

Με τον όρο «Μουσείο», στην Ελλάδα, κατά την αρχαιότητα δηλωνόταν ένα κέντρο λατρείας των Μουσών, δηλαδή των εννέα θεοτήτων που ήσαν υπεύθυνες για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, επαγωγικά όμως και των επιστημών. Τα μουσεία ήσαν ιερά με βωμό, ανοικτές στοές, περιβόλους και εγκαταστάσεις μελέτης και ενδιαιτήματος όσων διέμεναν σ’ αυτά επιδιδόμενοι στην επιστημονικήν έρευνα. Πρότυπα για το Μουσείον Αλεξανδρείας υπήρξαν η Ακαδημία του Πλάτωνος και το Λύκειον του Αριστοτέλους.

Ο Αθηναίος φιλόσοφος και πολιτικός, Δημήτριος ο Φαληρεύς, μαθητής του Αριστοτέλους, θεωρείται ο κύριος εισηγητής για την ίδρυση, από τους Πτολεμαίους, του Μουσείου και για την οργάνωση της συνδεόμενης προς αυτό Βιβλιοθήκης.

       Το Μουσείον Αλεξανδρείας υπήρξε το αρχαιότερο στον κόσμο κρατικό κέντρο ερευνών στις θεωρητικές και στις εφηρμοσμένες επιστήμες, και απετέλεσε, με τον συνδυασμό έρευνας και διδασκαλίας, το πρότυπο για ανάλογα ιδρύματα της Αρχαιότητος και για τις ακαδημίες και τα πανεπιστήμια του Μεσαίωνος, έως και την Αναγέννηση. Για την πληρέστερην ανάπτυξη της έρευνας στο Μουσείον συγκροτήθηκαν αστεροσκοπείο και ανατομικό εργαστήριο, δημιουργήθηκε ζωολογικός κήπος με σπάνια εξωτικά ζώα και ιδρύθηκε Βιβλιοθήκη, η μετέπειτα γνωστή ως Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας.

       Σύμφωνα με τον Στράβωνα (XVII, 793 c), το Μουσείον Αλεξανδρείας αποτελούσε τμήμα των πτολεμαϊκών ανακτόρων. Διέθετε «…περίπατον και εξέδραν και οίκον μέγαν, εν ω το συσσίτιον των μετεχόντων του Μουσείου φιλολόγων ανδρών…» και «…χρήματα κοινά…», τα οποία διαχειριζόταν «ο ιερεύς ο επί τω Μουσείω τεταγμένος…», προκειμένου να καλύπτωνται οι δαπάνες λειτουργίας του ιδρύματος. Τα μέλη του Μουσείου, οι «θιασώται», δηλαδή οι λατρευτές των Μουσών, σιτίζονταν δωρεάν, είχαν υψηλό μισθό, «σύνταξιν», άμεση φορολογική ατέλεια, καθώς και έμμεση απαλλαγή από συμμετοχή σε δημόσιες χορηγίες, προκειμένου να επιδίδωνται απερίσπαστοι στην ανάπτυξη των επιστημών.

       Η επιδίωξη αυτή και τα προς αυτήν συνδεόμενα προνόμια των λογίων του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης προεκάλεσαν τη δηκτική παρουσίασή τους από τον κυνικό φιλόσοφο και σιλλογράφο Τίμωνα τον Φλειούσιο, (περίπου 320-230 π.Χ.): «πολλοί μεν βόσκονται εν Αιγύπτω πολυφύλω βιβλιακοί χαρακίται απείριτα δηριόωντες Μουσέων εν ταλάρω» (Σίλλοι, απ. LX). Με την δηκτικήν αυτή παρουσίαση υποδηλώνονται η συστηματική ενασχόληση των Αλεξανδρινών λογίων στην έρευνα και στη γραπτή τεκμηρίωσή της, η ποικιλία των ερευνητικών τους ενδιαφερόντων και η απόστασή τους από τον μέσο άνθρωπο της ελληνιστικής και, αργότερα, της ελληνορωμαϊκής περιόδου, απόσταση που προεκλήθη από την «καθ’ έξιν φύσιν» προς την έρευνα αυτή. Τα «Συμπόσια», κατά τα οποία οι «ενστατικοί» έθεταν το προς διερεύνηση πρόβλημα και οι «λυτικοί» επιχειρούσαν την ανάλυση και την ερμηνεία του, αποτελούν το αρχαίο πρότυπο διοργανώσεως συνεδρίων για την προαγωγή της τεκμηριωμένης γνώσεως.

Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας

Το Εξωτερικό τοίχος της Βιβλιοθήκης.
Το Εξωτερικό τοίχος της Βιβλιοθήκης.
Μια λεπτομερή όψη των αρχαίων γραφών που υπάρχουν στο εξωτερικό τοίχος της Βιβλιοθήκης.
Μια λεπτομερή όψη των αρχαίων γραφών που υπάρχουν στο εξωτερικό τοίχος της Βιβλιοθήκης.
Πάνω από το έδαφος υψώνεται ένας απότομος βράχος με χαραγμένα αινιγματικά ιερογλυφικά.
Πάνω από το έδαφος υψώνεται ένας απότομος βράχος με χαραγμένα αινιγματικά ιερογλυφικά.

Η Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας διακρινόταν σε δύο επί μέρους βιβλιοθήκες. Η πρώτη, που ονομαζόταν «η εντός» ή «του Βρουχείου» ή «Βασιλική» ή «του Μουσείου». Πρόσβαση και μελέτη σ’ αυτήν είχαν μόνο τα μέλη του Μουσείου και οι ανώτατοι κρατικοί αξιωματούχοι των Πτολεμαίων. Η δεύτερη ονομαζόταν «η εκτός» ή «Ρακώτις», ή «η του Σεραπείου», ευρίσκετο στον τομέα της πόλεως ο οποίος εκατοικείτο κυρίως από Αιγυπτίους. Αποτελούσε συνέχεια του ναού του θεού Σεράπιος, ήταν μεταγενέστερη και θυγατρική της πρώτης, και η πρόσβαση και η μελέτη σ’ αυτήν ήταν ακώλυτες για όλους. Το Μουσείον, η Βιβλιοθήκη «η του Μουσείου» και το «Σώμα» του Αλεξάνδρου, δηλαδή ο ιερός χώρος ταφής και επίσημης λατρείας του Αλεξάνδρου ως θεού, ήταν εντεταγμένα στο ανακτορικό συγκρότημα των Πτολεμαίων.

     Με τη συνίδρυση αυτήν φαίνεται πως οι Πτολεμαίοι προέβαλλαν τη λατρεία του Αλεξάνδρου, από τον οποίον προερχόταν η εξουσία τους, εδήλωναν τη νομιμότητά της και επεδίωκαν τη διασφάλισή της με την κατοχή και την αξιοποίηση της γνώσης. Η έκταση και η υλοποίηση της επιδίωξης αυτής γίνονται φανερές από το γεγονός ότι «Πτολεμαίος ο Λάγου…την υπ’ αυτού κατασκευασμένην βιβλιοθήκην εν Αλεξανρεία κοσμήσαι τοις πάντων ανθρώπων συγγράμμασιν όσα γε σπουδαία υπήρχεν» (Ευσεβίου, Ιστορία Εκκλησιαστική, V8, 11). Ο συνολικός αριθμός των βιβλίων και στις δύο βιβλιοθήκες υπερέβαινε τις 500.000. Η βιβλιοθήκη «ή του Μουσείου» διέθετε 400.000 «συμμιγείς ή συμμείκτους βίβλους» και 90.000 «αμιγείς ή απλάς βίβλους»• η αντίστοιχη «του Σεραπείου», 42.800 «βίβλους». «Βίβλοι απλαί» ήσαν τα βιβλία όπου επραγματεύετο ένα θέμα, και αποτελούσαν αυτοτελή συγγράμματα. Αντίθετα, «βίβλοι συμμιγείς», ήσαν κύλινδροι με περισσότερα βιβλία, όπου επραγματεύοντο είτε το ίδιο θέμα είτε θέματα διαφορετικά.

Οργάνωση και Λειτουργία

Για την προστατευτική μόνωση της βιβλιοθήκης από την υγρασία που αποσυνέθετε τον πάπυρο και την περγαμηνή, πιθανώτατα δεύτερος τοίχος περιέβαλλε τις εξωτερικές πλευρές του οικοδομήματος, με κενό το μεσότοιχο διάστημα. Για την ακριβή αρχιτεκτονική μορφή του οικοδομήματος της βιβλιοθήκης δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Ο μέγας αριθμός των τόμων της βιβλιοθήκης οφειλόταν στη συλλογή και στη διάσωση έργων Ελλήνων και «βαρβάρων», στην ύπαρξη διπλών και τριπλών αντιγράφων, απαραίτητων για τη σύνταξη κριτικών εκδόσεων, την εξακρίβωση της αυθεντικότητας του έργου, και το δανεισμό των βιβλίων, που επιτρεπόταν μόνο από τη Βιβλιοθήκη του Σεραπείου. Η οργάνωση, ο συνεχής εμπλουτισμός και η απρόσκοπτη λειτουργία και των δύο βιβλιοθηκών απετέλεσαν κύριο μέλημα της πολιτικής των Πτολεμαίων. Η επιδίωξη αυτή διεμορφώθη από τον Αθηναίο φιλόσοφο και πολιτικό Δημήτριο τον Φαληρέα ο οποίος, με αγορές και αντιγραφές, «…άπαντα τα κατά την οικουμένην βιβλία» (Αριστέου, Επιστολή, 9-10), «…δαπάναις βασιλικαίς…, εις Αλεξάνδρειαν συνήθροισεν…», (Τζέτζη, Προλεγόμενα εις Αριστοφάνους Πλούτον). Στις συλλογές αυτές περιλαμβάνονταν, εκτός από το σύνολο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, και «… τα των Ιουδαίων νόμιμα…» (Αριστέου, Επιστολή, 9-10), τα οποία μεταφράστηκαν, απετέλεσαν το ελληνικό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης και συνέβαλαν στην όσμωση του ελληνικού και του εβραϊκού πνεύματος, με τις γνωστές συνέπειες στην εξέλιξη της ιστορίας και του πολιτισμού. Ας προστεθή ότι έρευνες για την ανεύρεση βιβλίων διεξάγονταν ακόμη και στα πλοία: τα πρωτότυπα αποτελούσαν αντικείμενο κατασχέσεως, και στους ιδιοκτήτες εχορηγούντο αντίγραφα.

Οι εικόνες απεικονίζουν την αρχιτεκτονική πρόταση του Αρχιτέκτονα Παύλου Μ. Καλλινά για την ανέγερση ελληνορύθμου αναφοράς περί τον χώρο της «Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας» υπό την στέγην της οποίας θα τοποθετηθεί μεγαλοπρεπές άγαλμα με έφιππον τον Μέγα Αλέξανδρο, περιβαλλόμενο από περιστήλιον και σφίγγες. Αριστερά η πρόσοψη και δεξιά η κάτοψη.

Βιβλιοθηκονομία

Η διαίρεση των συγγραμμάτων σε βιβλία επεβλήθη από τους φιλολόγους της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης. Τα μεγάλα βιβλία διαιρέθηκαν σε μικρότερους κυλίνδρους, ώστε κάθε βιβλίο να περιλαμβάνεται σ’ ένα μόνο μικρόν κύλινδρο με αριθμημένους στίχους. Κάθε στίχος είχε έκταση περίπου ενός εξαμέτρου, δηλαδή 16-17 συλλαβών ή 36 γραμμάτων. Τα βιβλία αυτά κατασκευάζονταν από πάπυρο ή από περγαμηνή, ήσαν τοποθετημένα μέσα σε κυλινδρικές θήκες και φυλάσσονταν σε ξύλινα ράφια ευρισκόμενα στις ορθογώνιες κόγχες των τοίχων. Οι συγγραφείς των έργων είχαν κατανεμηθή σε κατηγορίες, σύμφωνα προς ομοειδή γνωστικά αντικείμενα, και σε συγκεκριμένες κόγχες, με την αντίστοιχη ένδειξη.

Οι Φιλόλογοι της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης

Στους διαπρεπέστερους φιλολόγους της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης συγκαταλέγονται οι ακόλουθοι:

Φιλητάς ο Κώος (περίπου 300 π.Χ.), συντάκτης του πρώτου εππιστημονικού λεξικού Ατακτα

Ζηνόδοτος ο Εφέσιος (325-260 π.Χ.), πρώτος «βιβλιοθηκάριος». Διεξήγαγε την πρώτη ταξινόμηση και κριτική διόρθωση των βιβλίων, εθεμελίωσε επιστημονικώς την ομηρική φιλλολογία, συνέγραψε την πρώτη κριτική έκδοση του Πινδάρου και υπομνημάτισε την Θεογονία του Ησιόδου.

Καλλίμαχος ο Κυρηναίος (περίπου 310-240 π.Χ.), συντάκτης του καταλόγου των βιβλίων των δύο βιβλιοθηκών της Αλεξανδρείας, συγγραφεύς περισσότερων των 800 βιβλίων.

Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (περίπου 284-200 π.Χ.), ιδρυτής της επιστημονικής γεωγραφίας, της τοπογραφίας, της χρονογραφίας και της χρονολογίας. Στο έργο του Περί αναμετρήσεως της γης ησχολήθη στην μέτρηση του όγκου της γης. Τα πορίσματα των μετρήσεων αυτών προσήγγιζαν την παραγματικότητα. Καθοδήγησαν τον Χριστόφορο Κολόμβο στην αναζήτηση της “άγνωστης ηπείρου” προς Δυσμάς.

Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (περίπου 275-180 π.Χ.), θεμελιωτής της φιλολογικής επιστήμης, ιδρυτής της επιστημονικής λεξικογραφίας. Εξέδωκε τον ΄Ομηρο, τους λυρικούς και τους τραγικούς ποιητάς, καθώς και τον Αριστοφάνη.

Αρίσταρχος ο Σαμόθραξ, (περίπου 215-145). Εκωδικοποίησε την φιλολογική κριτική των αρχαίων κειμένων.

Το Πρότυπο της Καταστροφής της Αλεξάνδρειας

Απεικόνιση της Αλεξάνδρειας, Leo Joubert 1889

Απεικόνιση της Αλεξάνδρειας, Leo Joubert 1889

  Η Βιβλιοθήκη «η του Μουσείου» απετέλεσε το πρότυπο για την ίδρυση και την οργάνωση, αλλά και το κέντρον εφοδιασμού, μεταξύ άλλων, και της δημόσιας Βασιλικής Βιβλιοθήκης και του αντιγραφικού εργαστηρίου, που ιδρύθηκαν στην Κωνσταντινούπολη το 357, από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Β΄. Η σημασία του γεγονότος αυτού καθίσταται φανερή από το ότι η Βασιλική Βιβλιοθήκη παρείχε την υποδομή για την ανάπτυξη και τη λειτουργία του Πανεπιστημίου της Μαγναύρας στην Κωνσταντινούπολη, από τους πρώτους Βυζαντινούς χρόνους ως την Άλωση. Χάρη στο Πανεπιστήμιο αυτό διατηρήθηκαν οι κλασσικές σπουδές. Η μετακίνηση των σπουδών αυτών στη Δύση επροκάλεσε την Αναγέννηση.

Τα Αίτια Καταστροφής της Βιβλιοθήκης

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας

Κατά την πολιορκία της Αλεξανδρείας από τον Καίσαρα, το 47 π.Χ., μεγάλο τμήμα της Βιβλιοθήκης του Μουσείου κατεστράφη, από πυρκαϊά. Για την αναπλήρωση των απωλειών ο Αντώνιος, το 41 π.Χ., μετέφερε στην Αλεξάνδρεια την Βιβλιοθήκη της Περγάμου. Η Βιβλιοθήκη του Σεραπείου υπέστη εκτεταμένες καταστροφές το 272. Προφανώς, κατόπιν του διατάγματος του αυτοκράτορος Θεοδοσίου (391), με το οποίον απαγορευόταν η λειτουργία ιερών και ιδρυμάτων της αρχαίας θρησκείας, η βιβλιοθήκη αυτή κατεστράφη ολοσχερώς από ζηλωτάς μοναχούς. Νεώτεροι ερευνητές υποστηρίζουν ότι με την οριστική καταστροφή της βιβλιοθήκης αυτής, χάθηκαν τα 4/5 της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας.